Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Η νύχτα πριν την τελευταία μέρα του Αυγούστου

Θ.Δαλάκογλου -Η νύχτα πριν την τελευταία μέρα του Αυγούστου
 
 
 
 
Το ποίημα είχε ήδη φύγει,
να εκτεθεί στην αδιαφορία, στην χλεύη,
και ίσως στη συγκίνηση των δρόμων.
Η νύχτα έξω φαινόταν κατασκότεινη.
Το σκοτάδι είχα βαθύνει ξαφνικά .
Ένα τεράστιο κενό πλανιόταν γύρω.
Παράξενη νύχτα.
Πικραμένη νύχτα ...
Περίμενα λίγη ώρα ακόμη στο σκοτάδι,
τάχα ότι θα εύρισκες το ποίημα
και θα απαντούσες.
Περίεργο πως καμιά φορά το όνειρο
διεισδύει στην πραγματικότητα απρόσκλητο.
Ακου τώρα,
να τύχει λέει να βρίσκεσαι την ίδια ώρα,
ώρα κοντά στο χάραμα,
στο δίκτυο.
Και να διαισθανθείς ότι υπάρχει το μήνυμα,
και να ανοίξεις το γραμματοκιβώτιο ...
και μετά να συγκινηθείς, λέει,
και να γράψεις ένα γράμμα γεμάτο τρυφερότητα.
Και τότε,
να ανατραπούν όλα τα δεδομένα της νύχτας.
Να γυρίσουμε, λέει, πίσω στην αρχή της βραδιάς.
Και να έρθεις, αυτή τη φορά, χαμογελαστή από το τηλεφώνημα,
και να ζητήσεις να κατέβουμε στην αμμουδιά.
Γιατί το φεγγάρι, λέει,
μόνο για δυο τρεις νύχτες ακόμη
θα μας έφτιαχνε τον δρόμο του στην θάλασσα,
και όποιος ήθελε να τον ακολουθήσει,
έπρεπε να βιαστεί.
Και μετά
όταν πια θα είχε ξημερώσει,
θα βλέπαμε τα πόδια μας βουτηγμένα στο χρυσάφι,
και δεν θα ξέραμε πως να τα κρύψουμε,
να μην καταλάβουν οι άλλοι,
πως όλη νύχτα αλητεύαμε
στους δρόμους του φεγγαριού.
Και ήταν, λέει,
ένα από τα πιο όμορφα ξημερώματα
αυτού του κόσμου,
και έτυχε σε μας να το ζήσουμε.
Ήταν, λέει ...
μα έξω η νύχτα προχωρούσε αμείλικτη,
και έφευγε.
Και το γραμματοκιβώτιο παρέμενε
απελπιστικά άδειο.
Και μετά ο ύπνος που αργούσε,
γιατί δεν είχε λόγο πια να έρθει,
μιας και του είχαν φύγει όλα τα όνειρα.
Και τι να κάνει ο ύπνος
χωρίς όνειρα.
Και αργά αργά
ξημέρωσε η τελευταία μέρα του Αυγούστου.