Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

25 του Σεπτέμβρη


Αδειανό κουτί -
τετράδιο λευκό -
μάτια τιμωροί ,
χρόνους ολόκληρους κυνηγώ
τις λέξεις
με του νου μου την απόχη
απόψε δεν κοιμήθηκα
στους δρόμους τις αναζήτησα
στις γωνιές ,
το μοναστήρι
ρήμα "είμαι"
πρόσωπο δευτερο
καλά; ρωτάω
απάντηση δεν παίρνω
δεν είσαι;
ανησυχείς ;
λυπάσαι;
τα βγάζεις πέρα;
Προσέχεις την υγεία σου;
Μην τρώς βιαστικά!
Να απολαμβάνεις το φαΐ,
απ' των ανέμων τη χώρα
εκπέμπω πια
να κοπίασεις κάποια στιγμή
απρόσκλητοι άνεμοι
τα όνειρά μας να ξεριζώσουν
εισέβαλλαν βίαια
ένα μπουρίνι καλοκαιρινό
με άγνωστη προέλευση
ζητούσε να κάψω
το δέντρο
Αυτό το ένα το μοναδικό
αυτό που παίρνω αγκαλιά
και στη ρίζα του κοιμάμαι
--Πάλι αναψες τσιγάρο;
Δεν είχες υποσχεθεί πως θα το κόψεις , το ρίμαδι
έχω μαγειρέψει κανα δυο φορές και κείνες τις συνταγές
το ένα ήταν το κρέας με το κόκκαλο
το άλλο οι πατάτες όπως τις φτιάχνεις εσύ
Μεγάλη επιτυχία , χαρά μου.
Στα είπα;
Μαύρα τα πράγματα με τη δουλειά
Ακόμη δεν έχουμε κόσμο.πάμε και για μείωση μισθού.
Α ναι η ομάδα μου είχε 100% επιτυχία
Φέτος όμως τα πράγματα είναι για όλους δύσκολα
αλλά
η αφεντικίνα φοράει του μωρού Ralph Lauren
Δεν ξέρω αν ποτέ θα βρείς
αυτή την γειτονιά των λέξεών μου
Ισως ποτέ να μην την βρεις
εγω θα σου γράφω
ίσως για μένα
θέλω να γράφω
σε σένα και για σένα
άγνωστε γνωστέ μου
χαρά μου και ζωή μου
Γέμισες τη ζωή μου
Σεπτέμβρη με νυχτολούλουδα
Θυμάσαι ;
Ο μήνας είχε 25 σαν και σήμερα
κι έβρεχε ασταμάτητα
Ισα που πρόλαβες
δυο φιλια στο μάγουλο
Το σεμινάριο αργούσε
ένα τέταρτο του αιώνα.
Είσαι ίδια - παρατήρησες,
κι εσύ δεν είχες αλλάξει
το γκριζάρισμα σου πήγαινε
πρόσεξα αυτό
και τα όμορφά σου μάτια
συνέχιζαν να κοιτούν
αναζητώντας
σαν και τώρα να σε βλέπω
εκεί στο σταυροδρόμι
νύχτα πλάι στο κύμα
βρεγμένοι δρόμοι
δακρυσμένες λέξεις
Το παιδί πέρασε στο πανεπιστήμιο
Σε ευχαριστώ το πίστευες .
Σε ευχαριστώ
έχεις μερίδιο στην επιτυχία
επέμενες εσύ και ξέθαψα
τη δύναμη να αντιμετωπίσω
25 Σεπτεμβρη σήμερα
σαν και σήμερα
Στο εργαστήρι των νέων τεχνολογιών φτιάξαμε blog
Εγω έγραψα "είναι Σαββατο 25/9 και βρέχει πολύ , άραγε ετούτη η μέρα τί θα μου φέρει;"
...
Μου’ φερε
του κοχυλιού τη γνώση
στο πέλαγος Κυρίτση γαλλικό καφέ, αμηχανία κι εσπρέσσο

δεν είπαμε ποτέ αντίο
 











 

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Σύρος η αρχόντισσα των Κυκλάδων - Syros island Greece

Σύρος, ο τοπος που περπάτησα , ο τόπος που ατένισα, ο τόπος που λάτρεψα, , που άκουσα τον άνεμο να μου μιλά, που νοστάλγησα,.
 Ο τόπος που έδεσε με την ύπαρξή μου .






Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Σύννεφα του γιαλού Χαρούλης Γιάννης



Οι λέξεις πληγώνουν σαν ειπωθούν από ανθρώπους που σεβόμαστε που εκτιμούμε που αγαπούμε,
Τί να είναι η ευτυχία άραγε; μια στιγμή μπροστά στη θάλασσα, Γερμένο στο κεφάλι σε ένα στήθος που εμπιστεύεσαι. μια αγκαλιά που θα σε δεχτεί .

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

δεν είναι ένα απλό καπέλο



απ΄τ΄ανοιχτό παράθυρο μπαίνει ένα αεράκι ψυχρό. Ακούω ένα ζευγάρι που συζητάει κάτω στο πεζοδρόμιο

..Η ώρα περνάει κοντεύει δύο,  είναι η δωδεκάτη του εννάτου,  πάνε επτακόσιες τριάντα μία μέρες ξετυλίγοντας  το κουτί αϋπνίας

Αυτο δεν είναι ένα απλό καπέλο είναι μαγικό το φορώ και ταξιδεύω εννέα χιλιάδες εκατόν σαραντα δύο Έτη φωτός πριν,

  άλλες φορές πάλι , σκαρφαλώνω στο βουνό των Θεών

 Οκτώ χιλιάδες τετρακόσιες ,παράξενο, γνωρίζω την απάντηση στο γρίφο

 Ασθμαίνοντας  σηκώνομαι κλείνω το παντζούρι της ελπίδας
και θαβω το καπέλο ..

 από τότε που κάποιος το άγγιξε έχασε τις μαγικές του ιδιότητες.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Η νύχτα πριν την τελευταία μέρα του Αυγούστου

Θ.Δαλάκογλου -Η νύχτα πριν την τελευταία μέρα του Αυγούστου
 
 
 
 
Το ποίημα είχε ήδη φύγει,
να εκτεθεί στην αδιαφορία, στην χλεύη,
και ίσως στη συγκίνηση των δρόμων.
Η νύχτα έξω φαινόταν κατασκότεινη.
Το σκοτάδι είχα βαθύνει ξαφνικά .
Ένα τεράστιο κενό πλανιόταν γύρω.
Παράξενη νύχτα.
Πικραμένη νύχτα ...
Περίμενα λίγη ώρα ακόμη στο σκοτάδι,
τάχα ότι θα εύρισκες το ποίημα
και θα απαντούσες.
Περίεργο πως καμιά φορά το όνειρο
διεισδύει στην πραγματικότητα απρόσκλητο.
Ακου τώρα,
να τύχει λέει να βρίσκεσαι την ίδια ώρα,
ώρα κοντά στο χάραμα,
στο δίκτυο.
Και να διαισθανθείς ότι υπάρχει το μήνυμα,
και να ανοίξεις το γραμματοκιβώτιο ...
και μετά να συγκινηθείς, λέει,
και να γράψεις ένα γράμμα γεμάτο τρυφερότητα.
Και τότε,
να ανατραπούν όλα τα δεδομένα της νύχτας.
Να γυρίσουμε, λέει, πίσω στην αρχή της βραδιάς.
Και να έρθεις, αυτή τη φορά, χαμογελαστή από το τηλεφώνημα,
και να ζητήσεις να κατέβουμε στην αμμουδιά.
Γιατί το φεγγάρι, λέει,
μόνο για δυο τρεις νύχτες ακόμη
θα μας έφτιαχνε τον δρόμο του στην θάλασσα,
και όποιος ήθελε να τον ακολουθήσει,
έπρεπε να βιαστεί.
Και μετά
όταν πια θα είχε ξημερώσει,
θα βλέπαμε τα πόδια μας βουτηγμένα στο χρυσάφι,
και δεν θα ξέραμε πως να τα κρύψουμε,
να μην καταλάβουν οι άλλοι,
πως όλη νύχτα αλητεύαμε
στους δρόμους του φεγγαριού.
Και ήταν, λέει,
ένα από τα πιο όμορφα ξημερώματα
αυτού του κόσμου,
και έτυχε σε μας να το ζήσουμε.
Ήταν, λέει ...
μα έξω η νύχτα προχωρούσε αμείλικτη,
και έφευγε.
Και το γραμματοκιβώτιο παρέμενε
απελπιστικά άδειο.
Και μετά ο ύπνος που αργούσε,
γιατί δεν είχε λόγο πια να έρθει,
μιας και του είχαν φύγει όλα τα όνειρα.
Και τι να κάνει ο ύπνος
χωρίς όνειρα.
Και αργά αργά
ξημέρωσε η τελευταία μέρα του Αυγούστου.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

 



 

Το πορτοκαλί


Στο μικρό καφενεδάκι του λιμανιού

χειμώνα καιρό στέκεσαι

Οκτώβρης θά τα’ ναι.

Το πορτοκαλί καράβι δεμένο

 μοναχική φιγούρα περιμένει  ταξιδιώτες

Κοιτάς προσμένοντας  αγέννητες ψυχές

 Δεν ήθελες να φύγει

Οι φήμες  για την πιθανή καταστροφή

δε σε άφηναν να το ζητήσεις

Δεν ήθελε να φύγει

αποφάσισε εν βρασμώ ψυχής

Χρόνια μετά άνοιξες το φιλιντρίνι
είδες νά ‘ρχονται σε σένα

κείνα τα αποδημητικά πουλιά ,

να σε κοιτούν στα μάτια

ζητώντας να σου ζωγραφίσουν τα όνειρα

....είπες "είμαι ξένος για όλους , απόκληρος "
  μια αγκαλιά άνοιξε δίχως δεύτερη σκέψη ....

Χρόνια μετά (τί )(ότι)σου  μεινε ;

έριξες στην πυρά του Αη Γιάννη  



την ψυχή σου μπας και λυτρωθείς
ντυμένος την φορεσιά του τόπου σου  



Μου λείπει η μορφή σου, τη ζωή μου  να φωτίζει

 μέρα  τελευταία του έκτου του δυο χιλιάδες δώδεκα




 

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012


Απουσίες


χείλη σφιχτοδεμένα δεν μπόρεσαν να πουν

χρώματα βιολετιά- χρώματα πορτοκαλιά

αυτόχειρες στο πληκτρολόγιο

κάποιου μεταμεσονύχτιου ενστίκτου

που φώτισαν του νου την ομίχλη

ίσαμε να εγκυμονήσει επερχόμενες απουσίες

Αι να χαθεις παλιο βλαμμενε!! Ψυχακια , ξεδιαντρωπε !Σκατα ανθρωπε.!
 

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012



Ρωτώ τα κύματα που άνοιξαν την αγκάλη τους νωρίς νωρίς στα ξεχασμένα νησάκια.

Πόσο πονάει η λησμονιά,  περιμένοντας ν’ ακούσεις το  σφύριγμα από ένα βαπόρι δίχως ταυτότητα,

γυρίζει ο χρόνος σαν περιμένεις να φανούν τα όνειρά σου...

Χάνεται μέσα σου ένα κύμα ξεχνάς σαν στεγνώνει στην πληγή  η αλμύρα...

Ανασαίνει ,δεν ζει. Ταξιδευτές  και  ταξιδιώτες μια ρυτίδα ένα χαμόγελο ίσως κι ένα μικρό δάκρυ στο δρόμο τους…..

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012




Ε(λ)πίζώ (με) σ(το)ν καλοκαιρινό αγέρι μαζί του να με πάρει

(Σ)τα σοκάκια που στριφογυρνάει να με φέρει

Τα μαλλιά σου ν ανακατώσει, τα ρούχα σου να ξεσηκώσει

Και καθώς θα γείρει η ψυχή αποκαμωμένη,

Τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες σου ν ανοίξει η τρελλή καρδιά

Έτσι όπως έρχεσαι εσύ

Στα όνειρά μου σαν χαδι παιδί του ανέμου

Μυρίζεις βρεγμένη άμμο και ιώδιο μέχρι οι πρώτες αχτίνες της αυγής

Να διαλύσουν την άχλη του ονείρου.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Ω!!! Θεέ μου!



Το λουλούδι μας,   το έφερε μικρό σποράκι ,

 ενα κύμα της θάλασσας

σε ένα πορτοκαλί όνειρο

Κι εκείνο ρίζωσε δειλά δειλά

φύτρωσε σε δύσκολες εποχές

ξεπήδισε μέσα απ’ τα χαλάσματα  

Σε απόσταση αφαλείας το φροντίζαμε κι δυο
Έτσι μου είπες  " εικοσιτρείς αιώνες "

Κρυφά το ποτίζαμε τα βράδυα με τη σκέψη

το ξεβοτανίζαμε  να μην το ενοχλούν τα ζιζάνια,

στα πετρώματα

άνθισε

Προσπάθησαν πολύ να το ποδοπατήσουν

Εκείνο άλλοτε λυγιζε , άλλοτε μαραινόταν

Ήταν η πιό δύσκολη συντήριση κήπου.

Είκοσι και πλέον χρόνια

Το σκάλιζα κρυφά

Του μιλούσα

Το τελευταίο χρόνο φόυντωσε κι ήταν έτοιμο
Να δώσει εκείνο τον καρπό τον μοναδικό

Σήμερα μέσα στα δευτερόλεπτα
Στις ώρες τις αναμονής
Σε είδα να χάνεσαι

Αναρωτήθηκα γιατί;

Κατάλαβα , η σκληρή μπότα του απρόσεχτου διαβάτη

Το τσαλαπάτισε

Μα εγώ τώρα θα μεινω εδώ

Για πάντα στο μπουγάζι που μου έμαθες

Να σου τραγουδώ

Μικρό μου μοσχολούλουδο

Θα σε θυμάμαι πάντα.


Στου μυαλού μου τους χάτρες
στα καλντερίμια του νησιού 
στις , λεωφόρους,
στην προβλήτα
που τα  φορτωμένα επιβάτες πλοία
κινούσαν στις οχτώ για τις Κυκλάδες

Στο σοκάκι που σε είδα τελευταία φορά
του παλιού σπιτιού μου η γειιτονιά

σε ένα λόφο πάνω
στο ναό της ,
τη θάλασσα σου χάρισα
να υφαίνεις πάνω της όνειρα
Κι ευχές της νέας μέρας